Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Το κηροπήγιο

Κάποια αντικείμενα είναι σαν να ζουν μαζί σου. Συνοδεύουν την ζωή σου. Τα κουβαλάς από σπίτι σε σπίτι, από στιγμή σε στιγμή, από τόπο σε τόπο, από αλλαγή σε αλλαγή. Αν είχαν μιλιά για μίλαγαν. Κάποιες φορές θα φώναζαν, κάποιες όμως θα σιωπούσαν επιδεικτικά. 

Η ιστορία ξεκινά σε μια γκαρσονιέρα στον πέμπτο όροφο. 35 τετραγωνικά σπίτι, στο κέντρο. Ίσα ίσα ένα κρεβάτι και ένα τραπέζι. Μια κουζίνα μια σταλιά και ένα βοηθητικό μπάνιο. Χωρίς μπαλκόνι. Μα ξενοιασιά περίσσια. Χρόνια νεότητος και χαλάρωσης. Άνθρωποι και φίλοι αμέτρητοι. Πολλή ζωή ακόμα μπροστά. Πολύς χρόνος για να κάνουμε όλα αυτά που αναβάλαμε τότε, για να κάνουμε άλλα. Υπερθετικός βαθμός σε όλα, αντιστρόφως ανάλογος των τετραγωνικών.

Στην μέση του μοναδικού δωματίου, πάνω στο κλεμμένο τραπεζάκι από το προηγούμενο ενοικιαστή, από το μπουγατσατζίδικο της γειτονιάς, ένα κηροπήγιο που κρατούσε αναμμένες όλες τις φωτιές των πρώιμων χρόνων, φώτιζε τις στιγμές που γέμιζαν μια ζωή υπέροχη, έδινε ζωή στις σκιές, έκανε συντροφιά στις σιωπές και έδειχνε όλες τις αλήθειες που σιγά σιγά έσβηναν μέσα στα πρέπει.


Αυτό το κηροπήγιο λοιπόν μπήκε σε μια χάρτινη κούτα με τα ''μη απαραίτητα'', όταν ήρθε η προαγωγή. Προαγωγή στη δουλειά, προαγωγή στη ζωή και στο σπίτι. Και βρέθηκα στα 120 τετραγωνικά, στο δεύτερο όροφο μονοκατοικίας, στην άκρη της πόλης. Τεράστιο μπαλκόνι. Τέσσερις φορές μεγαλύτερος χώρος. Μα η ζωή δεν χώραγε και το κηροπήγιο έμεινε στο κουτί, σε μια άκρη του παταριού. 

Και όταν κάτι μικρό δεν χωρά σε κάτι μεγάλο, κάτι δεν πάει καλά, Και αυτή η ζωή που είναι μπροστά, μοιάζει σιγά σιγά πιο λίγη για να κάνεις αυτά που ανέβαλες πιο πριν. Για αυτά που θεωρούσες πως έχεις άπλετο χρόνο. Μα αντί να κάνεις, εσύ πάλι αναμένεις. Αναμένεις τι; Την επόμενη ζωή; Άσκοπα εντελώς και μοιρολατρικά. Και το κηροπήγιο ακόμα μένει κρυμμένο. Και δεν ανάβει. Είναι άλλωστε τόσα πολλά τα τετραγωνικά και θα ήταν και ανώφελο να το χρησιμοποιήσεις. 

Μα η ζωή αν εσύ δεν κάνεις κάτι να αλλάξει, κάνει αυτή. Σου πετά πετραδάκια αλλά εσύ κοιμάσαι όρθιος. Και έτσι ξαφνικά σου πετά ένα τούβλο και σε αφήνει στο τόπο. Γιατί δυστυχώς κάποια πράγματα δεν λύνονται, απλά καταστρέφονται. Αλλά από την άλλη ευτυχώς που υπάρχει αυτή η νομοτέλεια που λυτρώνει, έστω και με βάναυσο τρόπο, τους ανθρώπους.


Και να που είμαι πάλι στο κέντρο. Σε ένα υπέροχο κέντρο, που όμοιό του δεν υπάρχει, σε ένα ισόγειο διαμέρισμα 60 τετραγωνικών. Ίσα ίσα ένα κρεβάτι και ένα τραπέζι. Μια κουζίνα μια σταλιά και ένα βοηθητικό μπάνιο. Χωρίς μπαλκόνι. Δεν περιμένω καμία ζωή. Η ζωή είναι τώρα. Τρέχει στα απλά έπιπλα, στο παρκάκι που βρίσκεται απ΄έξω και στην καθημερινότητά μας. Ο χρόνος έχει περάσει, δεν γυρνά δυστυχώς και το παρελθόν δεν αλλάζει.

Το κηροπήγιο έχει βγει από το κουτί και κοσμεί το δανεικό τραπεζάκι. Ο χώρος γεμίζει φως τις νύχτες, η ατμόσφαιρα αλλάζει και η ζωή μοιάζει τώρα πια να χωρά και πολλαπλασιάζεται με μαγικό τρόπο.


Ήταν η συμμετοχή μου στο ''Πες μου μια λέξη - Spring Circles'' που διοργανώνει η Αλεξάνδρα μας. Μια πολύ όμορφη ιδέα που μας ωθεί στο να δημιουργήσουμε. 
Η λέξη που μου δόθηκε ήταν η λέξη ''Κηροπήγιο'' και την σκέφτηκε η Ελένη από το ''Στα μονοπάτια της φαντασίας''.


Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Κειμενογράφος (Πες μας ποιητή - Δημήτρης Α. Δημητριάδης)

Ίδιοι δεν είναι οι άνθρωποι πια, ούτε οι τόποι. Μονάχα η αγωνία ίδια, παντού. Κι ο ασυμμάζευτος φόβος. Η πρωτόφαντη τρέλα. Και η σκουριά. Διάχυτη.
Διερράγησαν τα ιστία, θερίζοντας. Ο χρόνος τον άνθρωπο δε δίδαξε, ούτε ο άνθρωπος τον άνθρωπο. Κι εδραιώθη η τάξη του χρήματος και της σύγχυσης. Τα ουρλιαχτά των λύκων η άλλη όψη της ζωής. Κέρινα εκμαγεία, κέρινες μάσκες, κέρινα πρόσωπα μας συντροφεύουν. Ύπνος βαθύς, με αλλοπαρμένα όνειρα γεμάτος, μας τυλίγει. Πόνους αγιάτρευτους κουβαλάμε, μαρτυρολόγια σέρνουμε.


Ποιητή, θα μας πεις; Πες μας με ποιους ανέμους συνωμοτείς, ποια μουσική ακούς όταν σκαλίζεις στο χαρτί τα σκοτεινά σου αινίγματα; Πώς γίνεται ένας μονάχα άνθρωπος να είναι τόσοι άλλοι, κατεβάζοντας τα φεγγάρια στην πιο σκοτεινή φυλακή, με τα χρυσά μαλλιά του ξεφτισμένα και το πρόσωπο ρημαγμένο, το φωτοστέφανό του σβηστό πεταμένο μέσα στις λάσπες και το κορμί λαβωμένο, τρεκλίζοντας, φωνάζοντας το θεό του;

Πες μας, πώς γίνεται να κουβαλάς το ασήκωτο βάρος του καημού με μάτι άγρυπνο και αυτί ασκημένο στους ψιθύρους, ανελέητος κι ακριβοδίκαιος, ωστόσο, έτοιμος για τη μεγάλη αγρύπνια που διαλαλεί των μαύρων σαν το χιόνι ονείρων την αμφίσημη απειλητική ωμότητα, όπως οσμίζεται του αίματος το μέταλλο, καθώς στα ίσα προμηνύει του αθώου τη σφαγή;

Πες μας για την ανάγνωση και τη γραφή, για το γράμμα και το ψηφίο, καθώς στις ουράνιες κι υπόγειες διαδρομές σου γράφεις την Ιστορία της οικουμένης, σκοντάφτοντας στα άπειρα οστά που τη γεννούν, σταματώντας με δέος σε εκείνα των παιδιών, των δολοφονημένων και των αυτοκτόνων. Και ποιος είσαι εσύ που γνωρίζεις όσα η καταιγίδα, κατάμονος στη βροχή, κουκίδα στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, χωρίς ομπρέλα, χωρίς καπαρντίνα, χτυπώντας τα πόδια σου, πετώντας ένα ένα τα ρούχα καθώς η κραυγή σου ανταμώνει την αστραπή;

Μίλα μας, ποιητή, για την τρομερή άβυσσο αυτών που την έζησαν κι αυτών που δεν την έζησαν, των γεννημένων και των αγέννητων, για το σταθμάρχη που ακόμα περιμένει το τρένο σιωπηλός μαζεύοντας γαρύφαλλα στις έρημες ράγες. Για τις ατέλειωτες νυχτερινές επισκέψεις σου στα ναυπηγεία του κόσμου, προσθέτοντας παράθυρα στα πλοία που ετοιμάζονται να σαλπάρουν, μοιράζοντας τα εισιτήρια της ακαθόριστης προσδοκίας.

Ποιητή, θα μας πεις; Πες μας, για τα δόγματα που μας βομβαρδίζουν ντυμένα μανδύες ελευθερίας, για το νέο άνθρωπο που συλλέγει χρόνο κι αυταπάτες και το δικό σου αναμάλλιασμα, όρθιος μένοντας σε αυτό το μακελειό, με την ψυχή ζωσμένη με εκρηκτικά και τις τσέπες γεμάτες μολότωφ για τις μεγάλες διαδηλώσεις των σωμάτων, μαζί με τους εξόριστους και τους κατατρεγμένους.

Κι ύστερα, πες μας, ποιος σε κρατά ακίνητο στον αέρα σαν φτερούγα πουλιού; Ποιος σε αγαπά κρυφά και δε σου το’ πε ακόμα; Ποιος; Πώς περνάς και ξαναπερνάς απαρατήρητος ανάμεσα σε μονόδρομους σκοπούς και μουσικές οδυρόμενες; Πώς ξεγλιστράς αναπνέοντας το άρωμα του αίματος και του δενδρολίβανου, της δάφνης και του ιδρώτα των απόκληρων; Εσύ, που αγαπάς τους ισοβίτες αγγέλους, ομολόγησέ μας τις μυστικές σου συναντήσεις με τον Γιεσένιν και τη Γώγου, τον Μαγιακόφσκι και την Άννα Αχμάτοβα, με τον Καρυωτάκη και την Έμιλυ Ντίκινσον και τα μεγάλα σας ζεϊμπέκικα και τα μπλουζ σε κάμαρες μικρές, κλειστές, χωρίς φώτα.

Πες μας, επιτέλους, τι είναι οι λέξεις σου; «Αρρώστια» ή ίαση; Λαμπάδες στις εκκλησίες των ανέστιων και των σαλών ώρες Σαββάτου αναστάσιμου; Λουλούδια, λιανοτούφεκα ή φεγγάρια κατακόκκινα καρφιτσωμένα στη θέση της καρδιάς που αιμορραγεί; Ή είναι εκείνο το μέγα πάθος που το ίδιο σου ανοίγει την πληγή, το ίδιο και την κλείνει; Πες μας, αλήθεια, γιατί άλλην αλήθεια δεν μπορείς να παραστήσεις πάρεξ εκείνης που κουβαλάς μέσα σου, εκείνης, δηλαδή, που σαν στυπόχαρτο ρουφά τον πόνο του άλλου μέχρι να τον νιώσει δικό του;

Κανείς κι απόψε, ποιητή. Κανείς, πια, δε γεννιέται. Ένας θεός ή ένας δαίμονας μας αφήνει γυμνούς για να κρυώνουμε, νηστικούς για να πεινούμε. Οι ψυχές μας δεν μπορούν να μιλήσουν, δεν έχουν γλώσσα, ούτε φωνή. Μας έχουν ξεκάνει τα πράγματα, μας ρήμαξε το έρεβος των οραμάτων. Τα μέλη μας τρέμουν. Τα σπλάχνα μας έχουν τον πυρετό της πυρκαγιάς. Πονά το αίμα μας.

Πες μας ποιητή, μίλησέ μας για τους ωραίους ναυαγούς που χάνονται στον έρωτα, στη θάλασσα και στην αθανασία. Για την κοινή μας μήτρα και μοίρα που κομματιάζεται, θανατώνει και θανατώνεται. Γιατί, τόσα χρόνια, τίποτα δε μάθαμε κι ακόμα ψάχνουμε να βρούμε τη θηλειά που μας ταιριάζει.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


****



Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Βιβλιοθήκη (Ιστορίες της διπλανής κρίσης - Μαρία Κανελλάκη)

Η Βιβλιοθήκη του Κειμένου έχει την τιμή και την μεγάλη χαρά να σας παρουσιάσει το βιβλίο της αγαπημένης μας φίλης Μαρίας Κανελλάκη, Ιστορίες της διπλανής κρίσης, από τις εκδόσεις 24γράμματα.


Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Οι «Ιστορίες της διπλανής κρίσης» δεν είναι παρά μια προσωπική καταγραφή της ”μνημονιακής” Ελλάδας, έτσι όπως έχει χαρτογραφηθεί ήδη στα κιτάπια της σύγχρονης ιστορίας. Άνθρωποι, συνάνθρωποι, υπάνθρωποι και απάνθρωποι, υπάλληλοι, ντελιβεράδες και μανατζαρέοι, παιδιά γερασμένα, γερασμένοι που νιώθουν παιδιά, ανήσυχες υπάρξεις και φιλήσυχες συνειδήσεις, γυναίκες και άντρες που τιμούν το ρόλο τους και ρόλοι που δεν βρήκαν ακόμα τους εκφραστές τους. Οι προσωπικοί μου ήρωες και αντι-ήρωες, κάτι άνθρωποι-διαμάντια που είχα την τύχη ν’ ανταμώσω, αλλά κι άνθρωποι-σαλιγκάρια, π’ αφήνουν μόνο λεκέδες στο πέρασμά τους… όλοι σε μια μεγάλη γειτονιά, που ξεδιπλώνεται στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Το λες και «Οδηγό Επιβίωσης»…

H συγγραφέας
Είναι η Μαρία Κανελλάκη.
Γέννημα Αθήνας, θρέμμα ηρωικής Μεγαλονήσου. Μεγάλωσε με αγάπη, κρητική διατροφή, Καζαντζάκη και μουσικές του Ξυλούρη, του Φουσταλιέρη και του Μουντάκη. Σπουδές στο χώρο της Επικοινωνίας και των Δημοσίων Σχέσεων και εργασία στο χώρο της πληροφορικής.

Είχε την τιμή να φιλοξενηθεί κατά καιρούς σε ηλεκτρονικούς χώρους όπως:
24γράμματα, Βibliotheque, στην ηλεκτρονική πλατφόρμα Ιnner & στο ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ του Γιώργου Ιατρίδη.
Συμμετείχε στην έντυπη έκδοση: ''Mια εικόνα… χίλιες λέξεις'' (tovivlio.net-2016)
Συμμετείχε επίσης σε συλλογικές δουλειές στα e-books:
''Το γραμμόφωνο'' [Eπιμέλεια: Γιώργος Ιατρίδης]
''Μια ιστορία αγάπης | 15+1 bloggers''[Επιμέλεια έκδοσης: Γιάννης Φαρσάρης]
''Ένας πίνακας… δυο ιστορίες: Αντανάκλαση – Παραμορφωτικός καθρέφτης'' [Εκδόσεις: 24γράμματα]
''25th hour project'' [Eπιμέλεια έκδοσης: Γιώργος Ιατρίδης]
''Η Σοφίτα'' [Επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Νικολάου]
''Το μυστήριο του καφενείου'' [Επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Νικολάου]
Κείμενά της ερμηνεύτηκαν στη θεατρική παράσταση ''DEADlivery boy'', της ομάδας εκπαιδευτικών: ΠΟΛΥΔΡΑΣΗ, στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων (Ιούλιος 2014)

Τα τελευταία χρόνια, στεγάζει τις ιστορίες της στο προσωπικό της blog: www.toapagio.blogspot.gr

Καλορίζικο και καλοτάξιδο!


Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Εγώ ήμουν πάντα - Πεμπτουσία - Μάνες (16ο Συμπόσιο Ποίησης)


Εγώ ήμουν πάντα.

Εγώ ήμουν πάντα.
Σαν ανεμώνη πανέμορφη, με φύλλα σκισμένα.
Αλλαγμένη ή απαράλλαχτη.
Σαν θυγατέρα, σαν αδερφή.
Στις ίδιες θάλασσες, στα ίδια θρανία.
Σε κυριακάτικα γλυκά αδιέξοδα, σε Δευτέρας πρέπει.
Εγώ ήμουν πάντα.
Μαζί με φίλους, παρέες,
Σαν μοναχικές χειμωνιάτικες βροχές.
Στα ίδια ψέματα, τους ίδιους ρυθμούς της αλήθειας.
Εγώ ήμουν πάντα.
Σαν ερωμένη, σαν ''απλά'' φίλη.
Και ο έρωτας πάντα κλέφτης,
καημός σε στενό ερημικό.
Μια λέξη απόσταση η ευτυχία.
Εγώ ήμουν πάντα. 
Σαν κορίτσι, σαν κάποια Μαρία.
Στης δικής μου νύχτας μυστικό,
σαν φιλί κλεμμένο,
ζωής καρτέρι.
Εγώ είμαι τώρα.
Η κόρη, η γυναίκα, η σύζυγος,
εναλλάσσοντας χαρές και λύπες,
σε ένα παράξενο θεατρικό, 
σε μια καινούρια παράσταση, 
έχοντας λάβει ξαφνικά το ρόλο της μάνας. 

Ήταν η συμμετοχή μου στο "16ο Συμπόσιο Ποίησης" της Αριστέας. Ευχαριστώ την οικοδέσποινα για την φιλοξενία και όλους όσους προτίμησαν την συμμετοχή μου.
Προαπαιτούμενη λέξη ήταν ''μάνα - μητέρα - μαμά''
Νικήτριες στέφθηκαν οι Mary Pertax με το ποίημα ''Πεμπτουσία'' και η Ελένη Β με το ποίημα ''Μάνες''. 
Απολαύστε τις συμμετοχές τους.

Πεμπτουσία, Mary Pertax 

Οι λέξεις στροβιλίζονται στο νου,
ψάχνουν απεγνωσμένα
διέξοδο να βρουν, 
σε μια σειρά να μπουν ποθούν,
γυρεύουν τρόπο να εκφραστούν.
Χτυπούν, βροντούν 
και ατίθασα το νου μου κυριεύουν, 
ελεύθερα και ασύδοτα δοσμένες
με βούληση σαν του ατμού,
να εκτοξευτούν
στο αχανές το σύμπαν ταξιδιώτες.

Κι ήταν μια λέξη ο ένοχος, μια τόση δα λεξούλα
που έκανε όλη τη ζημιά 
ξεσήκωσε φουρτούνα.
Μάνα! 
Μόλις τη σκέφτηκα εθόλωσε ο νους μου.
Και η ψυχή εφούσκωσε 
πλέρια συναισθημάτων,
που ανάμεσα τους σπρώχνονταν 
ποιο θα επικρατήσει.

Έσπρωχνε η Τρυφερότητα 
στην άκρη την Αγάπη.
Φώναζε η Αυταπάρνηση για να υπερισχύσει.
Μετά η Φιλικότητα 
που τους καλόπιανε όλους.
Μιλούσε η Αυστηρότητα 
για να τους νουθετήσει.
Κι ήταν ακόμα ένα σωρό, η Τάση για θυσία,
Το νουθετώ της Διδαχής,
η Υπερπροστασία. 
Η Ανιδιοτέλεια, μάχονταν με μανία.
Και μόνο η Παρηγοριά στην άκρια φοβισμένη, 
παρέα με την Αγκαλιά το χέρι της κρατούσε. 

Η μάχη τους με κούρασε και άνοιξα τις πύλες
να πορευτούν όπως μπορούν.
Και βρήκανε τον τρόπο.
Όρμησαν ξάφνου μονομιάς
στο δρόμο της καρδιάς μου
Και έγιναν το χαμόγελο της γλύκας της μεγάλης
Και από εκεί ξεχύθηκαν
με δίψα  στα ουράνια
γράφοντας  ανεξίτηλα η  πύρινη γραφή τους.

Όλα εμείς ανήκουμε σε μία μόνο λέξη.
Σε δύο μόνο συλλαβές που είναι ο κόσμος όλος.
Και είναι μία μοναχά, βασίλισσα των πάντων!
ΜΑΝΑ ηχούνε τα βουνά, ΜΑΝΑ ηχεί η πλάση! 


Μάνες, Ελένη Β

Απόψε
Μια γυναίκα ακουμπά ένα παιδί στην ψάθα.
Ξαποσταίνει πλάι του.
Εκείνο αποκοιμιέται νηστικό.
Εκείνη θα πεινάει όλη νύχτα.

Απόψε
Μια σειρήνα σκίζει την πόλη στα δυο.
Μια γυναίκα προσεύχεται βουβή
έξω από ένα χειρουργείο.
Κρυώνει. Και φοβάται.

Απόψε
Ο αέρας σπρώχνει στη στεριά μια βάρκα.
Μια γυναίκα πετά μέσα δυο παιδιά.
Μια ριπή σκίζει τη σιωπή
κι εκείνη πετά τη μαντίλα της στο νερό.

Απόψε
Ένας εφιάλτης χαλά τον ύπνο.
Μια γυναίκα κλαίει με λυγμούς
Για εκείνο που λαχτάρησε
και ποτέ δεν απόκτησε.

Απόψε
Μια γυναίκα σκούζει με πόδια ανοιχτά.
Το κλάμα ενός παιδιού
Και της γυναίκας. Ανακούφιση. 
«Να σας ζήσει!»

Πριν από αιώνες
Μια γυναίκα κλαίει σκυφτή
κάτω από έναν ξύλινο σταυρό.
Ακόμα κλαίει
και μαζί της κι όλες οι γυναίκες της γης.

Μη με ρωτήσετε πως τις λένε.
Δεν ξέρω.
Μάνες άκουσα κάποιον να τις λέει.  


Κόντρα σε νωθρούς καιρούς δημιουργούμε όπως και όσο μπορεί ο καθένας.




τελευταία Κείμενα